18.8 Διατροφή για την υγεία των οστών

Print Friendly, PDF & Email

 

Αναστάσιος Μόρτογλου
Ενδοκρινολόγος
Τομέας Μεταβολισμού Ιατρικού Κέντρου Αθηνών

 

1. Εισαγωγή

Η οστεοπόρωση (δηλαδή πορώδη οστά) είναι μια νόσος που προσβάλει πολλά εκατομμύρια ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Χαρακτηρίζεται από χαμηλή οστική μάζα και διαταραχή της μικρο-αρχιτεκτονικής των οστών, με αποτέλεσμα την αυξημένη ευθραυστότητα αυτών και τον αυξημένο κίνδυνο κατάγματος.Παρά το ότι οστεοπορωτικά κατάγματα μπορεί να συμβούν σε ολόκληρο το σκελετό, τα συχνότερα είναι αυτά των οστών του καρπού, των σπονδύλων και του αυχένα του μηριαίου.

Τα οστεοπορωτικά κατάγματα αποτελούν σημαντική αιτία νοσηρότητας και αναπηρίας στα υπερήλικα άτομα και στην περίπτωση κατάγματος του ισχίου μπορεί να οδηγήσουν ακόμα και σε πρόωρο θάνατο.

Στην Ευρώπη, η οστεοπόρωση ευθύνεται για μεγαλύτερο ποσοστό αναπηρίας, προσαρμοσμένης στα χαμένα χρόνια ζωής, από πολλές άλλες σοβαρές μη-μεταδοτικές νόσους, όπως ο καρκίνος του μαστού και του προστάτη, η ρευματοειδής αρθρίτις και η ν. Πάρκινσον.

Η μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση στις γυναίκες αποτελεί το 80% περίπου όλων των περιπτώσεων οστεοπόρωσης. Στους άνδρες η συχνότητα είναι μικρότερη και συνήθως εμφανίζεται 10 χρόνια μετά από αυτή των γυναικών λόγω της όψιμης και μικρότερης γενικά μείωσης των στεροειδικών ορμονών.

Οι προδιαθεσικοί παράγοντες οστεοπόρωσης διακρίνονται σε:

Μη τροποποιούμενους

  • Ηλικία
  • Γυναικείο φύλο
  • Οικογενειακό ιστορικό
  • Ιστορικό προηγούμενου κατάγματος
  • Φυλή/ εθνικότητα
  • Εμμηνόπαυση και κύρια η χειρουργική
  • Μακροχρόνια θεραπεία με κορτικοειδή σε δόση ≥7.5 mg πρεδνιζόνης ή ισοδύναμων
  • Ρευματοειδής αρθρίτις
  • Πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής υπογοναδισμός στους άνδρες

Τροποποιούμενους

  • Κάπνισμα
  • Αυξημένη κατανάλωση αλκοολούχων ποτών
  • Χαμηλό σωματικό βάρος
  • Ελλιπής σίτιση
  • Ανεπάρκεια/ έλλειψη βιταμίνης D
  • Διαταραχές πρόσληψης τροφής
  • Μειωμένη σωματική δραστηριότητα
  • Ελλιπής διατροφική πρόσληψη ασβεστίου
  • Συχνές πτώσεις

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, το σύνολο πρακτικά των αιτίων οστεοπόρωσης που επιδέχονται θεραπευτικής παρέμβασης είναι αυτά που αναφέρονται στον τρόπο ζωής και στη διατροφή, όχι μόνο στο υπό εξέταση άτομο αλλά και στον τρόπο ζωής της μητέρας του κατά τη διάρκεια της κύησης, αφού οι πιθανές επιγενετικές μεταβολές μπορεί να αυξήσουν την πιθανότητα εμφάνισης οστεοπόρωσης κατά τη μετέπειτα ζωή (1).Παρόλα αυτά, στην καθημερινή κλινική πράξη δίνεται πολύ μικρή έμφαση στην τροποποίηση της διατροφικής συμπεριφοράς, σε αντίθεση με τη συνταγογράφηση φαρμακευτικών σκευασμάτων.Επιπλέον, η ενημέρωση για την πρόληψη της οστεοπόρωσης σε πληθυσμιακή βάση αλλά και στις ομάδες υψηλού κινδύνου είναι λίαν ανεπαρκής παγκοσμίως.

Στο κεφάλαιο αυτό θα γίνει μια προσπάθεια σύγχρονης ανάλυσης των μικρο- και μακροστοιχείων της διατροφής καθώς και ενός συνολικού διατροφικού μοντέλου, που σχετίζονται με την υγεία των οστών, προληπτικά και θεραπευτικά ή ως συνοδευτικά ειδικότερης φαρμακευτικής θεραπείας.

2. Ασβέστιο και οστεοπόρωση

Το ασβέστιο είναι ένα αλκαλικό μέταλλο με σύμβολο Ca και ατομικό αριθμό 20. Είναι σημαντικό συστατικό μιας υγιεινής και πλήρους διατροφής και βέβαια ένα μέταλλο απαραίτητο για τη ζωή.  Περίπου το 99% του ασβεστίου του σώματος είναι αποθηκευμένο στα οστά και στα δόντια, όπου αποτελεί βασικό δομικό συστατικό. Το υπόλοιπο βρίσκεται στο αίμα και στα κύτταρα και έχει άλλες λίαν σημαντικές βιολογικές δράσεις.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη ασβεστίου είναι 800 mg, αλλά στις χώρες της βόρειας Αμερικής και από τον IOF (International Osteoporosis Foundation) η σύσταση είναι υψηλότερη, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα (Πίνακας 1).

Πίνακας 1.Συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη ασβεστίου από τον IOF (International Osteoporosis Foundation).

Ηλικιακή ομάδα Συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη (RDA)
19-50 ετών 1000 mg
51-70 ετών
άνδρες
γυναίκες
1000 mg
1200 mg
>70 ετών 1200 mg
Κύηση και θηλασμός
14-18 ετών
19-50 ετών
1300 mg
1000 mg

Ο άνθρωπος προσλαμβάνει ασβέστιο από τις τροφές και τα διατροφικά συμπληρώματα τα οποία συνήθως περιέχουν και άλλοτε άλλη ποσότητα βιταμίνης D η οποία αυξάνει την απορρόφησh του Ca.Οι σημαντικότερες πηγές διατροφικής πρόσληψης Ca είναι:

  • Tο γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα
  • Τα λαχανικά, κυρίως τα σκουρόχρωμα
  • Τα μικρά ψάρια που τρώγονται με τα κόκαλα
  • Οι ξηροί καρποί (αμύγδαλα, καρύδια, σουσάμι)
  • H σόγια
  • Τα ξερά φασόλια
  • Το ψωμί
  • Tα βερίκοκα, τα σύκα και τα πορτοκάλια
  • Τα ζυμαρικά

Στον πίνακα 2 φαίνεται η περιεκτηκότητα σε Ca μερικών τροφίμων και Ελληνικών παραδοσιακών φαγητών.

Πίνακας 2. Περιεκτικότητα ανά 100 γρ. τροφίμου ασβεστίου, φωσφόρου και ο λόγος Ca:P σε μερικά τρόφιμα και Ελληνικά παραδοσιακά φαγητά.

Τρόφιμο
(100 γρ.)

Ασβέστιο
(mg)

Φωσφόρος
(mg)

Ca:P
Φ.Τ 1-1.5:1

Καρότα

450

27

16,70

Ελαιόλαδο

23

2

11,50

Μάραθος

341

47

7,25

Καλαμπόκι ωμό

148

27

5,48

Ελιές

52

13

4,00

Μπάμιες λαδερές

98

44

2,22

Παστέλι

786

382

2,06

Τυρί μυζήθρα ανάλατη

245

120

2,04

Πίτσα με τυρί και τομάτα

390

274

1,42

Ντολμαδάκια γιαλαντζή

133

95

1,40

Γάλα φρέσκο

145

107

1,35

Σπανακόπιτα

161

123

1,31

Γιαούρτι αποβουτυρωμένο

199

157

1,27

Γιαούρτι πλήρες

121

95

1,27

Σουσάμι

742

621

1,19

Χωριάτικη σαλάτα

69

67

1,03

Φασολάκια λαδερά

31

31

1,00

Τυρί ξινομηζύθρα

141

142

0,99

Σκορδαλιά

51

52

0,98

Τζατζίκι

92

95

0,97

Ψωμί σταρένιο

144

156

0,92

Πίτες (για σουβλάκια)

87

97

0,89

Τυρόπιτα

89

109

0,82

Μουσακάς

79

100

0,79

Λαχανοντολμάδες

45

57

0,79

Παστίτσιο

92

122

0,75

Γιαουρτόπιτα

144

196

0,73

Σουβλάκι

61

85

0,72

Αγινάρες αλά πολίτα

23

33

0,69

Κοτόπουλο με μπάμιες

47

75

0,63

Παγωτό βανίλια

90

145

0,62

Φασόλια γίγαντες πλακί

60

100

0,60

Ρεβίθια σούπα

53

90

0,59

Ψωμί σικάλεως

72

125

0,58

Μηλόπιτα

51

90

0,57

Πατατοσαλάτα

19

36

0,53

Αλεύρι για όλες τις χρήσεις

41

80

0,51

Κεφτεδάκια

100

207

0,48

Μελιτζανοσαλάτα

26

54

0,48

Ψωμί πολύσπορο

104

227

0,46

Φάβα

22

56

0,39

All Bran

390

1152

0,34

Αρνάκι φρικασέ

35

102

0,34

Φασολάδα

35

112

0,31

Μελιτζάνες παπουτσάκια

17

54

0,31

Μπριάμ

16

52

0,31

Γιουβαρλάκια

22

78

0,28

Γεμιστά με κιμά

15

54

0,28

Στιφάδο με μοσχάρι

24

95

0,25

Τονοσαλάτα

22

87

0,25

Φακές σούπα

33

145

0,23

Μοσχαράκι κατσαρόλας

23

109

0,21

Μέλι

14

70

0,20

Χταπόδι ξιδάτο

56

285

0,19

Κοτόπουλο ψητό

16

88

0,18

Πατάτες τηγανιτές

9

62

0,15

Μακαρόνια βρασμένα

8

57

0,14

Μανιτάρια τηγανισμένα

6

82

0,07

Κορν φλέικς

4

54

0,07

Ρύζι βρασμένο

1

36

0,03

Μπακαλιάρος φρέκος, ψητός, με σάλτσα τομάτας

15

163

0,01

Τα βιβλιογραφικά δεδομένα για τη σχέση οστικής πυκνότητας και πιθανότητας οστεοπορωτικών καταγμάτων με την ποσοτική ημερήσια πρόσληψη ασβεστίου αλλά και τις πηγές προέλευσής του είναι αντιφατικά.

Πολλές, αλλά όχι όλες, οι διασταυρούμενες και αναδρομικές μελέτες έχουν δείξει θετική συσχέτιση της διατροφικής πρόσληψης ασβεστίου με την οστική πυκνότητα (2) και το τελικό συμπέρασμα μετα-αναλύσεων είναι ότι το ασβέστιο αποτελεί σημαντικό καθοριστικό παράγοντα αν και η επίδρασή του σε πληθυσμιακή βάση είναι μόλις το 1% της διακύμανσης της οστικής πυκνότητας (3).

Όμως, η οστική πυκνότητα δεν έχει γραμμική συσχέτιση με τη συχνότητα καταγμάτων, κάτι το οποίο άλλωστε είναι και το τελικά ζητούμενο. Είναι αξιοσημείωτο ότι η οστική πυκνότητα είναι στην πραγματικότητα ένα ατελές μέσο πρόβλεψης του κινδύνου κατάγματος, καθώς περίπου το 85% της συμμετοχής στην αύξηση του κινδύνου καταγμάτων με την ηλικία δεν σχετίζεται με αυτή.

Σε μία πολύ συχνά αναφερόμενη μετα-ανάλυση (4) δείχθηκε ότι για κάθε 300 mg αύξηση της πρόσληψης ασβεστίου μειώνεται η πιθανότητα κατάγματος ισχίου κατά 4%, δηλαδή πρόσληψη 1000 mg/ημ μειώνει τον κίνδυνο κατάγματος κατά 12%.

Μελέτες στη νότια Ευρώπη έδειξαν ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος οστεοπορωτικού κατάγματος σε άνδρες και γυναίκες που ανέφεραν μειωμένη πρόσληψη γάλακτος και τυριού, κάτι το οποίο αποτελεί έμμεση ένδειξη μειωμένης πρόσληψης ασβεστίου (5,6), αν και νεότερη μελέτη έδειξε ότι η κατανάλωση λιγότερων από μια μερίδα γαλακτοκομικών την ημέρα δε φαίνεται να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων (7).

Σε πληθυσμούς με σχετικά αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης, η διατροφική πρόσληψη ασβεστίου στις συνιστώμενες κατά μέσο όρο ποσότητες δεν είχε συσχέτιση με τη συχνότητα καταγμάτων ισχίου (8).

Οι μελέτες που περιγράφονται παραπάνω έγιναν σε πληθυσμούς με μέσο και υψηλό κίνδυνο οστεοπορωτικού κατάγματος και δεν μπορεί να ισχύουν για χώρες όπου ο κίνδυνος είναι χαμηλός. Σε παγκόσμια βάση, η ποσοτική πρόσληψη ασβεστίου δεν μπορεί να εξηγήσει τις διακυμάνσεις στον κίνδυνο καταγμάτων, αφού παραδόξως, οι χώρες με χαμηλή  πρόσληψη ασβεστίου έχουν χαμηλότερη συχνότητα καταγμάτων ισχίου, ενώ τα ποσοστά είναι μεγαλύτερα σε πληθυσμούς με υψηλή πρόσληψη ασβεστίου. Π.χ, στη Νότια Αφρική και στη Σιγκαπούρη με μέση ημερήσια πρόσληψη Ca <500 mg, η συχνότητα καταγμάτων ισχίου ανά 100000 κατοίκους είναι <50, ενώ στη Σουηδία και στη Νορβηγία που η πρόσληψη Ca είναι >1000 mg, η συχνότητα είναι > 150 (9).

Οι λόγοι για αυτή τη μεγάλη γεωγραφική διακύμανση της συχνότητας οστεοπορωτικών καταγμάτων δεν είναι απόλυτα γνωστοί, αλλά φαίνεται ότι υπεισέρχονται παράγοντες που σχετίζονται με κληρονομικότητα, ανατομία του σκελετού, βιοχημικές διαφορές, συνολικά το είδος της διατροφής, τα επίπεδα της 25-ΟΗ-D3 (10) και το επίπεδο της καθημερινής σωματικής δραστηριότητας (11).

Μια σημαντική βιβλιογραφική αντιπαράθεση είναι το αν η διατροφική πηγή Ca θα πρέπει να είναι τα γαλακτοκομικά προϊόντα ή τα τρόφιμα φυτικής προέλευσης.

Τα κύρια πλεονεκτήματα της πρόσληψης Ca μέσω τροφών φυτικής προέλευσης είναι:

  • Δεν υπάρχουν πειστικές ενδείξεις ότι τα γαλακτοκομικά προϊόντα είναι ανώτερα των φυτικών ως πηγές ασβεστίου (12).
  • Το ποσοστό απορρόφησης του Ca από τα τρόφιμα είναι σημαντικότερος παράγοντας από την περιεκτικότητά τους σε αυτό. Το ασβέστιο απορροφάται καλύτερα από τα φασόλια και τα χορταρικά  (40-64%) από ότι από το αγελαδινό γάλα (32%) (13).
  • Οι τροφές φυτικής προέλευσης περιέχουν πολλά θρεπτικά στοιχεία απαραίτητα για την υγεία των οστών (π.χ. μαγνήσιο, βιταμίνη Κ, κάλιο, βόριο). Όταν ένας πληθυσμός εξαρτάται από τα γαλακτοκομικά τρόφιμα για επαρκή πρόσληψη Ca σημαίνει ότι καταναλώνει λιγότερα  χορταρικά και όσπρια, που επιπλέον, περιέχουν φυτικές ίνες, αντιοξειδωτικά και φυτοχημικά.
  • Οι τροφές φυτικής προέλευσης περιέχουν φυτικά οξέα. Μια μελέτη από τους Lopez-Gonzalez et al. (2008) που περιελάμβανε πάνω από 1000 συμμετέχοντες διαπίστωσε ότι η χαμηλή πρόσληψη φυτικού οξέος αυξάνει τον κίνδυνο οστεοπόρωσης (14).
  • Λίαν σημαντική είναι και η επίδραση του οξειδωτικού στρες στην απώλεια οστικής μάζας που σχετίζεται με την ηλικία (Manolagas & Parfitt, 15). Δεδομένου ότι τα γαλακτοκομικά προϊόντα είναι ανεπαρκή σε αντιοξειδωτικά και επιπλέον εμποδίζουν την απορρόφηση τους από τις πλούσιες σε αντιοξειδωτικά φυτικές τροφές, όπως το τσάι και τα βατόμουρα, η αυξημένη κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων μπορεί να συμβάλει στην απώλεια οστικής μάζας της 3ης ηλικίας.

Συμπερασματικά, για ενήλικα άτομα, μπορούμε να πούμε ότι:

  • Η οστεοπόρωση (και τα οστεοπορωτικά κατάγματα) είναι πολυπαραγοντική νόσος και επομένως η πρόληψη και η θεραπεία της δεν εξαρτάται από ένα παράγοντα, όπως το ασβέστιο, αλλά θα πρέπει να έχει ολιστικό χαρακτήρα.
  • Το ασβέστιο είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την υγεία των οστών αλλά, δυστυχώς, όχι μοναδικός.
  • Η διατροφική πρόσληψη ασβεστίου είναι απαραίτητο να είναι >500 mg/ημ., καλό θα είναι να να κυμαίνεται περί τα 800 mg/ημ., όπως είναι και η Ευρωπαϊκή σύσταση, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι πρόσληψη ≥1000 mg/ημ. μειώνει τον κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων.
  • Τα γαλακτοκομικά προϊόντα είναι καλή πηγή ασβεστίου, έχουν καλό λόγο Ca:P, είναι φτηνά και προσβάσιμα από το σύνολο πρακτικά του παγκόσμιου πληθυσμού. Δε θα πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι δεν είναι και η μοναδική πηγή. Ισως, συνδυάζοντας 50% από φυτικές τροφές και 50% από γαλακτοκομικά προϊόντα να είναι η χρυσή τομή, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, για καλή υγεία των οστών μέχρι και τις πολύ μεγάλες ηλικίες.

3. Φώσφορος και οστεοπόρωση

Ο φώσφορος είναι ένα αμέταλλοχημικό στοιχείο με σύμβολο P και ατομικό αριθμό 15.Πρόκειται για ένα εξαιρετικά δραστικό χημικά στοιχείο και γι’ αυτό δε θα το συναντήσουμε ποτέ σε στοιχειακή κατάσταση.

Ένα ενήλικο άτομο μέσου βάρους έχει στο σώμα του περίπου 700 γρ.φώσφορο, από τα οποία το 85-90% βρίσκεται στα οστά και στα δόντια υπό τη μορφή υδροξυ-απατίτη και το υπόλοιπο κυρίως στα μαλακά μόρια, ενώ στο εξωκυττάριο υγρό είναι μόλις το 0,1%.Εκτός από τη συμμετοχή του στη δομή των οστών, αποτελεί σημαντικό στοιχεία για το σχηματισμό του DNA, του RNA, των φωσφολιπιδίων της κυτταρικής μεμβράνης, επηρεάζει την ενζυματική δραστηριότητα, συμμετέχει στη ρύθμιση της οξεοβασικής ισορροπίας και είναι ο βασικός πάροχος αλλά και η αποθήκη ενέργειας για όλα τα κύτταρα με τη μορφή της τριφωσφορικής αδενοσίνης (ΑΤΡ).

Πηγή φωσφόρου για τον οργανισμό είναι οι τροφές.Η καθαρή απορρόφησή του στο έντερο φτάνει στο 65% του προσλαμβανόμενουκαισχετίζεταιγραμμικάμετηνποσότητά του στις τροφές. Η βιταμίνη D  αυξάνειτηναπορρόφησητου, ενώ τα ασβεστούχα και αλουμινούχα σκευάσματα τη μειώνουν. Η επαναρρόφηση του φωσφόρου γίνεται κυρίως στο εγγύς εσπειραμένο σωληνάριο (70-80%τουδιηθούμενουφορτίου)καισχετίζεταιμετηνπαρουσία μεταφορέωννατρίου(Na-Pco-transporters) στα επιθηλιακάσωληναριακάκύτταρα.

Ο Ρ βρίσκεται στις περισσότερες συνήθεις τροφές και κυρίως στα γαλακτοκομικά προϊόντα και στα ψάρια (Πίνακας 2). Μεγάλες όμως ποσότητες φωσφόρου βρίσκονται στα αναψυκτικά τύπου κόλα καθώς και ως συντηρητικά μεγάλου μέρους των έτοιμων τροφών και μάλιστα εδώ ο φώσφορος έχει σημαντικά μεγαλύτερη βιοδιαθεσιμότητα. Μελέτη στις ΗΠΑ έδειξε ότι το 72% των κατεψυγμένων φαγητών, το 65% των συσκευασμένων κρεατικών, το 57% του ψωμιού και των αρτοσκευασμάτων, το 57% από τις σούπες και το 51% των γιαουρτιών περιέχουν φωσφορούχα συντηρητικά με περιεκτικότητα φωσφόρου 67 mg/100 γρ τροφίμου μεγαλύτερη από τα αντίστοιχα τρόφιμα χωρίς συντηρητικά, δηλαδή αν η ημερήσια πρόσληψη τροφής αποτελείται αποκλειστικά από τρόφιμα με συντηρητικά θα προσλάβει κάποιος 736 mg περισσότερο Ρ, ποσότητα λίαν σημαντική, όχι μόνο για την υγεία των οστών αλλά και για τη νεφρική λειτουργία σε άτομα με χρόνια νεφρική νόσο (16).

Τα παραπάνω στοιχεία αναφέρθηκαν γιατί υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι όταν η πρόσληψη Ρ υπερβαίνει τις συνιστώμενες, σε υγιή άτομα και των 2 φύλων ή/και όταν διαταραχθεί η σχέση πρόσληψης Ca:P (φυσιολογική σχέση 1-1.5:1), διαταράσσεται η ορμονική ρύθμιση του P, του Ca, της βιταμίνης D με αποτέλεσμα την απώλεια οστού, τη δυσκολία επίτευξης μεγίστης οστικής μάζας και τελικά, πιθανώς, αύξηση της πιθανότητας οστεοπορωτικών καταγμάτων (17, 18).

Μελέτες σε πειραματόζωα και ανθρώπους έχουν δείξει ότι πρόσληψη Ca:P ≤ 0.5 σχετίζεται με μειωμένη οστική πυκνότητα. Στη Δανία, σε υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες η πρόσληψη τροφής με χαμηλή σχέση Ca:P συνοδευόταν από αυξημένα επίπεδα καλσιτριόλης, αυξημένους δείκτες οστικού μεταβολισμού και χαμηλότερη οστική πυκνότητα (19). Διασταυρούμενη μελέτη σε νεαρές γυναίκες στη Φιλανδία έδειξε ότι στο τεταρτημόριο με τη χαμηλότερη διατροφική πρόσληψη Ca, η σχέση Ca:P ήταν 0.56, ενώ στα τεταρτημόρια με την υψηλότερη πρόσληψη Ca η σχέση αυτή ήταν ≥0,7 και αυτό είχε ως επακόλουθο τα σημαντικά υψηλότερα επίπεδα PTH (20). Είναι γνωστό ότι τα αυξημένα επίπεδα PTH σε μακροχρόνια βάση αναστέλλουν την επίτευξη μεγίστης οστικής μάζας και αυξάνουν τον κίνδυνο οστεοπορωτικού κατάγματος στις μεγαλύτερες ηλικίες.

Το αυξημένο διατροφικό φορτίο σε οξέα έχει δειχθεί ότι  αυξάνει τον κίνδυνο οστεοπορωτικού κατάγματος σε ηλικιωμένους άνδρες και γυναίκες (21, 22). Στις δυτικού τύπου κοινωνίες, η διατροφική πρόσληψη ανόργανου και οργανικού Ρ αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή ανόργανων οξέων. Από τη φύση του ο Ρ ενώνεται πάντα με οξυγόνο και αυτό συντελεί στη μείωση του pH.

Σημαντική είναι η επίπτωση των αναψυκτικών τύπου κόλα, αλλά όχι των άλλων ανθρακούχων αναψυκτικών, στον οστικό μεταβολισμό λόγω της αυξημένης περιεκτικότητας σε φωσφορικά οξέα και χωρίς την ταυτόχρονη ύπαρξη Ca και πρωτεϊνών (23, 24). Οι Kristensen και συν., όταν αντικατέστησαν το γάλα (Ca:P = 0,96) με αναψυκτικό τύπου κόλα (Ca:P= 0.28) για 10 μέρες,  διαπίστωσαν στους μελετηθέντες σημαντική αύξηση του φωσφόρου, της ΡΤΗ, της καλσιτριόλης, της οστεοκαλσίνης, του CTX (cross-linked C-telopeptides) στο αίμα και ΝΤΧ (cross-linked N-telopeptides) στα ούρα, όλα ενδείξεις αυξημένου οστικού καταβολισμού (23).

Συμπερασματικά, αν και ο Ρ είναι ένα απαραίτητο θρεπτικό στοιχείο, η αυξημένη πρόσληψη μπορεί να οδηγήσει σε νοσηρές καταστάσεις με ποικίλους μηχανισμούς. Μεταξύ των ορμονικών μηχανισμών που εμπλέκονται στη ρύθμιση της περίσσειας του εξωκυττάριου Ρ, σημαντική είναι η αύξηση της έκκρισης και δράσης του αυξητικού παράγοντα των ινοβλαστών 23 (FGF23) και της ΡΤΗ και φαίνεται ότι οι ορμόνες αυτές συμβάλλουν σημαντικά στην πρόκληση οστεοπόρωσης, αλλά και αθηρωμάτωσης και νεφρικής ανεπάρκειας.

Προσοχή χρειάζεται, όχι μόνο στον έλεγχο στην ποσοτική διατροφική πρόσληψη Ρ αλλά και στη σχέση Ca:P κάθε γεύματος και της διατροφής συνολικά.

4. Βιταμίνη D

Με τον όρο βιταμίνη D περιγράφονται όλα τα στεροειδή που ασκούν τη βιολογική δράση της καλτσιόλης.Η βιταμίνη D είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη που όμως δρα ως στεροειδική ορμόνη.

Η πρόσληψή της με τις τροφές δεν είναι απαραίτητη αφού σχηματίζεται στον οργανισμό με τη επίδραση στο δέρμα της Β υπεριώδους ακτινοβολίας.

Tροφές πλούσιες σε βιτD είναι:

  • Λιπαρά ψάρια και τα παράγωγά τους
  • Στρείδια και χαβιάρι
  • Δημητριακά για πρωινό με προσθήκη βιτD
  • Γαλακτοκομικά με τα λιπαρά τους
  • Αυγά
  • Μανιτάρια
  • Αλλαντικά

Όπως προαναφέρθηκε, παρά το ότι η βιτD σχηματίζεται ενδογενώς, ο αριθμός των ατόμων με ένδεια αυτής είναι πολύ μεγάλος παγκοσμίως (υπολογίζεται σήμερα σε 1 δισεκατομμύριο), ακόμα και σε περιοχές του πλανήτη με μεγάλη ηλιοφάνεια.

Οι αιτίες είναι:

  • Μικρός χρόνος έκθεσης στον ήλιο για το φόβο του καρκίνου του δέρματος.
  • Διαμονή σε περιοχές με μικρή ηλιοφάνεια
  • Υπερήλικα άτομα που σπάνια βγαίνουν έξω από το σπίτι τους
  • Παχυσαρκία
  • Χρήση αντιηλιακών με μεγάλο δείκτη προστασίας
  • Άτομα με σκούρο δέρμα και οι νέγροι
  • Χρόνια χρήση φαρμάκων που εμποδίζουν την απορρόφηση (Ορλιστάτη, χολεστυραμίνη) ή τον ηπατικό μεταβολισμό της βιτD (αντιεπιληπτικά), Κετοκοναζόλη, φάρμακα κατά του AIDS
  • Πάσχοντες από σύνδρομα δυσαπορρόφησης
  • Σε άτομα με αυξημένες ανάγκες (κύηση και θηλασμός)
  • Ένδυση με σκούρα ρούχα που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του σώματος (Μοναχές/οί, Ιερείς, Μουσουλμάνες κτλ.)

Παρά την ένδεια της βιταμίνης σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, δεν κρίνεται απαραίτητος ο γενικός προληπτικός έλεγχος, παρά μόνο στις περιπτώσεις που είναι μεγάλη η πιθανότητα έλλειψης ή μερικής ανεπάρκειας.

Ο εργαστηριακός έλεγχος θα πρέπει να περιορίζεται στον προσδιορισμός της 25-ΟΗ-D3 και όχι της 1,25-(ΟΗ)2-D.

Επίπεδα ασφαλείας για την 25-ΟΗ-D3 είναι: >29 ng/ml αλλά γενικά τα επιθυμητά όρια σήμερα καθορίζονται στα 40-60 ng/ml (25).

Νεότερες πάντως μελέτες δείχνουν ότι επίπεδα βιτD ≥20 ng/ml είναι αρκετά για να έχουμε όλα τα ευεργετήματα από τη βιταμίνη και όχι μόνο στα οστά (26).

Έλλειψη ορίζεται, όταν τα επίπεδα της 25-ΟΗ-D3 είναι <20 ng/ml.

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, είναι πολύ δύσκολο να φτάσουν τα επίπεδα της βιταμίνης στα επιθυμητά όρια χωρίς τη λήψη συμπληρωμάτων. Οι δόσεις που σήμερα συστήνονται είναι (25):

  • Για παιδιά μέχρι 1 έτους: 400 IU/ημ.
  • Για παιδιά >1 έτους: 600 IU/ημ.
  • Για ενήλικες 19-70 ετών 600 IU/ημ. αλλά για έχουμε σταθερά επίπεδα >30, απαιτούνται συνήθως 1500-2000 IU/ημ.
  • Για ενήλικες >70 ετών τουλάχιστον 800 IU/ημ., αλλά για έχουμε σταθερά επίπεδα >30, απαιτούνται συνήθως 1500-2000 IU/ημ.
  • Σε κύηση και θηλασμό τουλάχιστον 600 IU/ημ.
  • Σε παχύσαρκα άτομα, σε θεραπευόμενους με κορτιζόνη, κετοκοναζόλη, αντιεπιληπτικά κα. απαιτούνται 2πλάσιες έως τριπλάσιες δόσεις.

Πάντως δόσεις 500-700 IU/ημ.είναι αρκετές για να διατηρήσουν τα επίπεδα της βιτD στο αίμα >20 ng/ml (26).

Προσοχή χρειάζεται στη λήψη της βιτD.Επειδή είναι λιποδιαλυτή, πρέπει να λαμβάνεται μαζί ή αμέσως μετά από κάποιο γεύμα που να περιέχει λιπαρές ουσίες.

Προσοχή χρειάζεται, ακόμα και στα άτομα που παίρνουν τις ανωτέρω δόσεις γιατί υπάρχει πιθανότητα υπερβιταμίνωσης με πολύ ανεπιθύμητες εκδηλώσεις που οφείλονται στην υπερασβεστιαιμία και στην υπερασβεστιουρία.Τα τοξικά επίπεδα φαίνεται να είναι τα >88 ng/ml.

Έχουν αναφερθεί θετικές ομοσυσχετίσεις μεταξύ των επιπέδων βιτD και οστικής πυκνότητας σε γυναίκες μέσης και μεγάλης ηλικίας (27, 28).Όμως, μελέτες παρέμβασης με καταληκτικό εύρημα την απώλεια οστικής μάζας ή το κάταγμα έχουν δώσει αντιφατικά αποτελέσματα, πιθανώς λόγω της διαφοράς των επιπέδων στο πλάσμα της βιτD στους πληθυσμούς που μελετήθηκαν (28, 29). Πάντως σε μια από τις μεγαλύτερες μελέτες παρέμβασης σε 3270 υπερήλικες γυναίκες που έλαβαν 1200 mg Ca+800 IU βιτD ή εικονικό φάρμακο, μετά 3 χρόνια η συχνότητα καταγμάτων του ισχίου μειώθηκε κατά 29% και όλων των μη σπονδυλικών καταγμάτων κατά 24% (30). Τα θετικά αυτά αποτελέσματα αποδίδονται στη διόρθωση του δευτεροπαθούς υπερπαραθυρεοειδισμού που οφείλεται στην αποκατάσταση των χαμηλών επιπέδων βιτD, αλλά πιθανότατα και στη μείωση της συχνότητας πτώσεων, μια γνωστή και σημαντική δράση της βιτD.

Τα αποτελέσματα όμως αυτά αναφέρονται στη χορήγηση φαρμακολογικών δόσεων συνδυασμού Ca+ΒιτD.

Δε φαίνεται όμως να ισχύει το ίδιο και με τη διατροφική πρόσληψη βιτD. Πρόσφατη μελέτη στη Σουηδία σε 61433 γυναίκες που είχαν παρακολούθηση επί 19 χρόνια και παράλληλο έλεγχο της διατροφικής πρόσληψης βιτD, μέτρηση της βιτ D3 στο αίμα και μέτρηση της οστικής πυκνότητας με BMD, έδειξε ότι παρά το ότι η αυξημένη διατροφική πρόσληψη της βιταμίνης συνοδευόταν από υψηλότερα επίπεδα βιτ D3 στο αίμα και από αύξηση της οστικής πυκνότητας κατά 0,3-2,0%, δεν υπήρξε ούτε μείωση της συχνότητας οστεοπόρωσης ούτε και μείωση της συχνότητας οστεοπορωτικών καταγμάτων (31).

Τα διατροφικά συμπληρώματα ασβεστίου και βιτ D αποτελούν σήμερα την βασική παρέμβαση για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης και για την πρόληψη οστεοπορωτικού κατάγματος, χρησιμοποιούνται δε κατά κανόνα και ως το εικονικό φάρμακο στις διπλές τυφλές μελέτες νέων φαρμάκων κατά της οστεοπόρωσης (32).

5. Μαγνήσιο

Το μαγνήσιο είναι ένα αλκαλικό μέταλλο με σύμβολο Mg, ατομικό αριθμό 12 και είναι το 11ο στοιχείο με τη μεγαλύτερη πυκνότητα στο ανθρώπινο σώμα. Βρίσκεται σε πολλά τρόφιμα, φυσικά ή ως πρόσθετο, συμπληρώματα διατροφής, φάρμακα (κυρίως αντιόξινα και υπακτικά) και σε μεταλλικά νερά.

Το μαγνήσιο είναι συνένζυμο σε περισσότερα από 300 ενζυμικά συστήματα. Είναι απαραίτητο για την οξειδωτική φωσφορυλίωση και την παραγωγή ενέργειας, τη γλυκόλυση, συμβάλλει στη δομική ανάπτυξη των οστών και είναι απαραίτητο για τη σύνθεση του DNA, του RNA, και της γλουταθειόνης. Επιπλέον, είναι σημαντική η συμβολή του στην ενεργό μεταφορά ιόντων ασβεστίου και καλίου στην κυτταρική μεμβράνη, διαδικασία απαραίτητη για τη μεταφορά νευρικών ερεθισμάτων, τη μυϊκή σύσπαση και τον καρδιακό ρυθμό.

Η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη (RDA) Mg φαίνεται στον παρακάτω πίνακα (Πίνακας 3).

Πίνακας 3. Συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη (RDA) Mg.

Ηλικία

Άνδρες

Γυναίκες

Κύηση

Θηλασμός

19–30 ετών

400 mg

310 mg

350 mg

310 mg

31–50 ετών

420 mg

320 mg

360 mg

320 mg

>50 ετών

420 mg

320 mg

Σημαντική για την υγεία των οστών είναι και η σχέση των προσλαμβανόμενων ποσοτήτων Ca:Mg. Αυτή θα πρέπει να κυμαίνεται από 2,4 προς 1 για άνδρες ηλικίας 31 – 70 ετών έως 3,8 προς 1 για γυναίκες >50 ετών.

Τροφές με μαγνήσιο κατά φθίνουσα σειρά περιεκτικότητας είναι:

  • Ξηροί καρποί: Αμύγδαλα, φιστίκια, κάσιους
  • Σπανάκι
  • Δημητριακά για πρωινό εμπλουτισμένα ή όχι με mg
  • Φιστικοβούτυρο
  • Φασόλια ξερά
  • Ψωμί ολικής άλεσης
  • Πατάτες, ρύζι με το φλοιό του, αβοκάντο
  • Γιαούρτι και γάλα
  • Μπανάνες
  • Σταφίδες
  • Ψάρι σολομός
  • Μοσχαρίσιο κρέας

Το μαγνήσιο συμμετέχει στο σχηματισμό των οστών και επηρεάζει τη δραστηριότητα των οστεοβλαστών και των οστεοκλαστών συμβάλλοντας στον οστικό ανασχηματισμό (33).Επίσης, επηρεάζει τα επίπεδα της PTH και της βιταμίνης D που είναι οι κύριοι ρυθμιστές του οστικού μεταβολισμού και συμβάλλει στη δημιουργία αλκαλικού περιβάλλοντος.

Οι πολλαπλές αυτές δράσεις του μαγνησίου κάνουν πιθανή τη συμμετοχή του στους προδιαθεσικούς παράγοντες οστεοπενίας και οστεοπόρωσης.Στα πλαίσια αυτά, πολλές πληθυσμιακές μελέτες έδειξαν ότι και στα δύο φύλα υπάρχει θετική συσχέτιση της πρόσληψης Mg με την οστική πυκνότητα (34).Άλλη μελέτη σε γυναίκες έδειξε ότι αυτές με οστεοπόρωση είχαν χαμηλότερα επίπεδα Mg από τις φυσιολογικές και εκείνες με οστεοπενία (35).Αλλά και η χορήγηση συμπληρωμάτων Mg αύξησε την οστική πυκνότητα (36).

Τα θετικά όμως αυτά αποτελέσματα του Mg αναφορικά με την οστική πυκνότητα δε φαίνεται να μεταφράζονται και σε μείωση της συχνότητας οστεοπορωτικών καταγμάτων. Πρόσφατη προοπτική μελέτη (37) σε 73.684 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες – Women’s Health Initiative Observational Study – κατέληξε στα εξής συμπεράσματα:  κατά την έναρξη της μελέτης, στις γυναίκες με αυξημένη διατροφική πρόσληψη μαγνησίου (>422 mg/ημ) η οστική πυκνότητα στο ισχίο ήταν 3% μεγαλύτερη και στην ολόσωμη μέτρηση 2% μεγαλύτερη από τις γυναίκες με χαμηλή πρόσληψη (<206 mg/ημ). Όμως, η συχνότητα καταγμάτων του ισχίου και η συνολική συχνότητα καταγμάτων δεν διέφερε μεταξύ των 4μορίων πρόσληψης Mg. Aντίθετα, η συχνότητα καταγμάτων του αντιβραχίου και του καρπού ήταν μεγαλύτερη στις γυναίκες με αυξημένη πρόσληψη (HRs 1,15 (95% CI: 1,01-1,32 και 1,23 (95% CI: 1,07-1,42) αντίστοιχα για τα 4μόρια 4 και 5 συγκριτικά με το 1ο 4μόριο (P-trend = 0,002).

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι, η διατροφή που εμπεριέχει τις απαραίτητες ποσότητες μαγνησίου ενισχύει την υγεία των οστών, αλλά χρειάζονται περισσότερες μελέτες για την πλήρη διευκρίνιση του ρόλου του μαγνησίου στην πρόληψη ή/και θεραπεία της οστεοπόρωσης και των οστεοπορωτικών καταγμάτων.

6. Χλωριούχο Νάτριο

Η αυξημένη πρόσληψη νατρίου θεωρείται επιβλαβής για την υγεία των οστών.Η διατροφική πρόσληψη χλωριούχου νατρίου αυξάνει την ασβεστιουρία περισσότερο από την αυξημένη διατροφική πρόσληψη ασβεστίου (38), αν και η ευαισθησία σε αυτή τη δράση του νατρίου είναι διαφορετική από άτομο σε άτομο.

Δεν είναι απόλυτα σαφές κατά πόσο το νάτριο έχει σημαντική αιτιολογική σχέση με  την οστεοπόρωση και κατά πόσο  ο περιορισμός του νατρίου μπορεί να είναι ένα ευεργετικό μέσοστην πρόληψη των οστεοπορωτικώνκαταγμάτων.

Τα δεδομένα περιορίζονται σε έναν μικρό αριθμό μελετών που έχουν δείξει τις επιδράσεις της πρόσληψης νατρίου στην ομοιοστασία τουασβεστίου και στον οστικό μεταβολισμό σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και μια μελέτη που έχει δείξειμια ασθενή αλλά στατιστικά σημαντική συσχέτιση με την οστική απώλειαπου σχετίζεται με την ηλικία (39, 40). Πάντως, τουλάχιστον σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η μείωση πρόσληψης νατρίου δεν επηρεάζει τον οστικόμεταβολισμό, ανεξάρτητα από την ατομική ευαισθησία στο χλωριούχο νάτριο (41).

Συμπερασματικά, φαίνεται ότι η αύξηση της κατανάλωσης χλωριούχου νατρίου προκαλείυπερασβεστιουρία. Τα νεαρά άτομα προσαρμόζονται με αύξηση  της απορρόφησης ασβεστίου από το έντερο, μέσω αύξησης της παραγωγής δραστικής βιτD. Στις ηλικιωμένες όμως γυναίκες δεν παρατηρείται αυτή η προσαρμοστικότητα, πιθανώς λόγω περιορισμένης ικανότητας παραγωγής βιταμίνης D. Έτσι, για έναν επιπλέον λόγο, η μεγάλη κατανάλωση αλατιού από ηλικιωμένα άτομα θα πρέπει να αποφεύγεται.

7. Πρωτεΐνες

Σε παγκόσμια βάση, η αυξημένη πρόσληψη ζωικής πρωτεΐνης, σε μορφή κυρίως  κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων, έχει συνδεθεί με αυξημένη συχνότητα κατάγματος ισχίου επειδή αυτή  είναι μεγαλύτερη σε χώρες όπου αυτά τα κατάγματα είναι συχνότερα (42).

Αιτιολογικά, η αυξημένη διαιτητική πρόσληψη πρωτεΐνης προκαλεί αυξημένη αποβολή ασβεστίου με τα ούρα και κατά συνέπεια αρνητικό ισοζύγιο ασβεστίου.Ταυτόχρονα, η περιεκτικότητα του κρέατος σε αμινοξέα που περιέχουν θείο συμβάλλει στη δημιουργία όξινου περιβάλλοντος, κατάσταση που προδιαθέτει σε απώλεια οστικής μάζας.

Όμως, η δράση αυτή του κρέατος δεν έχει αποδειχθεί από όλες τις μελέτες.Στη διαχρονική μελέτη Framingham, σε άνδρες και γυναίκες, η αυξημένη κατανάλωση πρωτεΐνης δεν είχε συσχέτιση με επιβλαβείς επιδράσεις επί του οστού και μάλιστα η μεγαλύτερη απώλεια οστικής μάζας παρατηρήθηκε στα άτομα με τη χαμηλότερη πρόσληψη πρωτεΐνης ζωικής προέλευσης αλλά και συνολικά (43).

Η μελέτη SOF (Study of Osteoporotic Fracture) έδειξε ότι ο αυξημένος λόγος ζωικής προς φυτική πρωτεΐνη σε γυναίκες έχει συσχέτιση με απώλεια οστού και αύξηση της συχνότητας κατάγματος του ισχίου, αλλά η συνολική ποσοτική πρόσληψη δεν είχε καμιά συσχέτιση (44).

Δυσμενείς πάντως επιδράσεις στην οστική πυκνότητα και αυξημένο κίνδυνο οστεοπορωτικού κατάγματος έχουν και τα άτομα που καταναλώνουν μικρότερες του κανονικού ποσότητες ζωικής πρωτεΐνης.

Επαρκής πρόσληψη πρωτεΐνης είναι απαραίτητη για να διατηρηθεί η ακεραιότητα και λειτουργικότητα του μυοσκελετικού συστήματος καθώς και  να μειώσει τις επιπλοκές που συμβαίνουν μετά από ένα οστεοπορωτικό κάταγμα. Αποκατάσταση της ελλιπούς  πρωτεΐνης σε ασθενείς με πρόσφατο κάταγμα ισχίου έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει την  κλινική πορεία μειώνοντας σημαντικά το ποσοστό των επιπλοκών, όπως κατακλίσεις, σοβαρή αναιμία και τις λοιμώξεις  του αναπνευστικού και του ουροποιητικού συστήματος και συνήθως με τελικό επακόλουθο την ελάττωση της διάρκειας  νοσηλείας των ηλικιωμένων ασθενών με κάταγμα του ισχίου (45).

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία για το ποια θα πρέπει να είναι η συστηνόμενη ποσότητα πρωτεΐνης για την υγεία των οστών και την πρόληψη της οστεοπόρωσης.Το βέβαιο είναι ότι επιβαρυντική είναι και η χαμηλή και η αυξημένη πρόσληψη πρωτεϊνών.Στις περισσότερες συστάσεις αναφέρεται η “επαρκής” πρόσληψη, χωρίς να ορίζεται πια είναι αυτή. Υπάρχουν συστάσεις που αναφέρουν πρόσληψη έως και 1,2 γρ./κλ σωματικού βάρους/ημ. Η πρόσληψη αυτή είναι πολύ μεγάλη και δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι συνήθως αναφερόμαστε σε άτομα τρίτης ηλικίας με αυξημένη συννοσηρότητα και συχνά άλλοτε άλλη έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας.

Ως χρυσό κανόνα θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόσληψη μεγαλύτερη από 0,7 γρ/κλ ΣΒ θα μπορούσε να συστηθεί σε άτομα με κλινικά φαινόμενα πρωτεϊνικού υποσιτισμού και για όσο χρονικό διάστημα θα απαιτηθεί για την επίτευξη ισοζυγίου.

8. Καφεΐνη

Ο καφές είναι ίσως το πιο συχνά καταναλισκόμενο φαρμακολογικά δραστικό προϊόν στον κόσμο, κυρίως στην Ευρώπη και στην Αμερική.

Η καφεΐνη και τα ανάλογά της παράγωγα της μεθυλ-ξανθίνης βρίσκονται στον καφέ, στο κακάο, στα αναψυκτικά τύπου Cola, σε διάφορα ενεργειακά ροφήματα και στο τσάι. Κάθε ένα φλιτζάνι των 200 ml τσάι, καφέ, κακάο και αναψυκτικά τύπου Cola περιέχει 70 mg, 192 mg, 5 mg και 40 mg καφεΐνης, αντίστοιχα.

H σχέση του καφέ με την υγεία των οστών είναι μέχρι και σήμερα αντιλεγόμενη και αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο αφού υπάρχουν τόσοι πολλοί παράγοντες, ιδιοσυστατικοί και σχετικοί με τον τρόπο ζωής, που την επηρεάζουν.

Υπάρχουν αρκετές μελέτες που δείχνουν μια δυσμενή επίδραση της καφεΐνης στην υγεία των οστών. Ημερήσια πρόσληψη 330 mg καφεΐνης, που ισοδυναμεί με 4 φλιτζάνια (600 κ.εκ.) του καφέ ή περισσότερο μπορεί να σχετίζεται με ένα μέτρια αυξημένο κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων, ιδιαίτερα σε γυναίκες με χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου, όπως δείχθηκε σε μια μελέτη σε γυναίκες από τη Σουηδία ηλικίας 40 έως 76 χρόνων (46). Επίσης, σε μια πληθυσμιακή μελέτη, οι άνδρες που κατανάλωναν 4 φλιτζάνια καφέ ή περισσότερα την ημέρα, είχαν 4% χαμηλότερη οστική πυκνότητα στο εγγύς μηριαίο οστούν (P = 0.04) σε σύγκριση με άνδρες με χαμηλή ή μηδενική  κατανάλωση καφέ. Αυτή η διαφορά δεν παρατηρήθηκε στις γυναίκες, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα άτομα με ταχύ μεταβολισμό της καφεΐνης μπορεί να αποτελούν ομάδα υψηλού κινδύνου για την απώλεια οστού που προκαλείται από τον καφέ (47).

Αντίθετα, προοπτική μελέτη στην Πενσυλβάνια των ΗΠΑ έδειξε ότι σε υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες η συνήθης διαιτητική πρόσληψη καφεΐνης δε συνδέεται με απώλεια οστικής μάζας (48).Αλλά και πρόσφατη πληθυσμιακή μελέτη σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες στην Κορέα δεν έδειξε να υπάρχει συσχέτιση της κατανάλωσης καφέ με την απώλεια οστικής μάζας (49).

Οι μηχανισμοί που φαίνεται ότι ενέχονται στη δυσμενή επίδραση της καφεΐνης στον οστικό μεταβολισμό είναι:

  • Απόπτωση των οστεοβλαστών μέσω ενεργοποίησης της εκ των μιτοχονδρίων εξαρτώμενης σηματοδότησης του κυτταρικού θανάτου και απενεργοποίησης του σήματος επιβίωσης (50).
  • Οξεία πρόκληση υπεραβεστιουρίας μετά κατανάλωση καφέ η οποία διαρκεί μέχρι και 24 ώρες.
  • Υψηλή πρόσληψη καφεΐνης (450-1120 mg/ημ.) σε συνδυασμό με χαμηλή πρόσληψη ασβεστίου (440-744 mg/ημ) (51).

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι οι διατροφικές συμβουλές, αναφορικά με τον καφέ και την οστεοπόρωση, έχουν αρκετές δυσκολίες όσο οι γίνονται πλουσιότερες οι γνώσεις μας αναφορικά με τη σχέση γενετικής και οστικού μεταβολισμού.

Όπως λοιπόν σε όλα, πρόσληψη καφεΐνης με μέτρο. Το μέτρο είναι ≤ 300 mg/ημ., που αντιστοιχεί σε 450 ml καφέ φίλτρου ή 900 ml τσαγιού ή 6 κουτάκια αναψυκτικών με καφεΐνη.Πάντως, φαίνεται ότι η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου εξισορροπεί την αυξημένη πρόσληψη καφεΐνης.

9. Αλκοόλ

Η χρονίως αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ σχετίζεται με μειωμένη οστική πυκνότητα και αυξημένο κίνδυνο κατάγματος και ο αλκοολισμός θεωρείται σήμερα ισχυρός προδιαθεσικός  παράγοντας οστεοπόρωσης. Αν και δεν υπάρχουν συγκλίνουσες ενδείξεις, φαίνεται ότι η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ δεν είναι επιβλαβής και μάλιστα υπάρχουν μερικές μελέτες που δείχνουν ότι μπορεί να είναι προστατευτική σε μετα-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες (52). Να υπενθυμίσουμε ότι μέτρια κατανάλωση είναι μέχρι 2 ποτά την ημέρα για τους άνδρες  και μέχρι 1 ποτό την ημέρα για τις γυναίκες, ενώ αυξημένη είναι η κατανάλωση ≥3 ποτών/ημ. και για τα δύο φύλα.

Επιβλαβής είναι η δράση της αιθυλικής αλκοόλης σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και κύρια στις νεαρότερες ηλικίες, λόγω της δυσμενούς επίδρασης στην επίτευξη της μεγίστης οστικής μάζας.

Η επιβαρυντική επίδραση της αυξημένης κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης στον οστικό μεταβολισμό, εκτός από την κακή διατροφή που είναι συχνή στους αλκοολικούς, φαίνεται να οφείλεται στους εξής παράγοντες:

  • Πρόκληση υπασβεστιαιμίας λόγω εισόδου του Ca στα κύτταρα και αυξημένης αποβολής από τα νεφρά.
  • Φυσιολογικά επίπεδα PTH, αλλά αδυναμία αντιροπιστικής αύξησής της στο φυσιολογικό ερέθισμα της υπάρχουσας υπασβεστιαιμίας (53).
  • Μείωση των επιπέδων της 25-ΟΗ-D3, καθώς και των πρωτεϊνών-μεταφορέων αυτής. Τα επίπεδα την βιτ D είναι πολύ χαμηλά επί εγκατεστημένης αλκοολικής ηπατοπάθειας.
  • Μείωση της επιπέδων της τεστοστερόνης και αυξημένος ρυθμός μετατροπής αυτής σε οιστραδιόλη.
  • Μείωση των επιπέδων του IGF-1

Μειονεκτική οστεοβλαστική δραστηριότητα με ανάλογα μειωμένα επίπεδα οστεοκαλσίνης, αλλά φυσιολογική οστεοκλαστική λειτουργία (54).

10. Άλλα στοιχεία απαραίτητα για την υγεία του οστού

Για ένα αρμονικό οστικό μεταβολισμό και για την πρόληψη και θεραπεία της οστεοπόρωσης είναι σημαντικά και τα παρακάτω:

Βόριο. Το βόριο είναι ένα ιχνοστοιχείο που βρίσκεται στα φρούτα, στους ξηρούς καρπούς και στα χορταρικά. Η αντι-οστεοπορωτική του δράση οφείλεται στη μείωση της αποβολής ασβεστίου και μαγνησίου από να νεφρά και στην αύξηση των επιπέδων της οιστραδιόλης και της τεστοστερόνης (55). Η ελάχιστη συστηνόμενη ημερήσια πρόσληψη βορίου είναι 2 mg

ω3 λιπαρά οξέα.Το διατροφικό λίπος μπορεί να έχει σημαντικές επιδράσεις στην υγεία των οστών. Τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα μακράς αλύσου (LCPUFA), ειδικά τα ω-3 λιπαρά οξέα όπως τα EPA και DHA, είναι επωφελή για τον οστικό μεταβολισμό. Αρκετές μελέτες σε ανθρώπους έχουν δείξει ότι τα LCPUFA μπορεί να αυξήσουν τον σχηματισμό οστού, επηρεάζοντας τη μέγιστη οστική μάζα στους νέους και μειώνοντας  την απώλεια οστού στις μεγαλύτερες ηλικίες (56).

Οι κυτταρικοί μηχανισμοί δράσης των LCPUFA είναι πολύπλοκοι και περιλαμβάνουν τροποποίηση των παραγώγων και μεταβολιτών των λιπαρών οξέωνόπως οι προσταγλανδίνες, οι ρεζολβίνες  και οι προτεκτίνες, οι κυτταροκίνες, ιστικοί αυξητικοί παράγοντες, και κάποια άλλα μόρια σηματοδότησης μεταβολικών οδών. Στους μηχανισμούς αυτούς συμπεριλαμβάνεται η μείωσης της απελευθέρωσης της προσταγλανδίνης Ε2 και του πλέον σημαντικού παράγοντα διαφοροποίησης των οστεοκλαστών, του RANKL (receptor activator of nuclear factor).Επιπλέον, τα ω-3 μπορεί να ρυθμίζουν τον αριθμό των προ-φλεγμονωδών κυτταροκινών, αυξάνουν την παραγωγή IGF1 και τη βελτιώνουν την εναπόθεση ασβεστίου στα οστά.

Βιταμίνη Κ. Είναι συνένζυμο της γ-καρβοξυλίωσης του γλουταμινικού οξέος που είναι απαραίτητο για την παραγωγή της οστεοκαλσίνης, βασικής οστικής πρωτεΐνης.

Η βιταμίνη Κ βρίσκεται κυρίως στα πράσινα φυλλώδη λαχανικά (μπρόκολο, λαχανάκια Βρυξελλών, μαρούλι, σπανάκι, λάχανο κα). Η συστηνόμενη ημερήσια πρόσληψη είναι 120 μg/ημ για τους άνδρες και τα 90  για τις γυναίκες. Τα χαμηλά επίπεδα της κυκλοφορούσης βιταμίνης Κ έχουν συνδεθεί με χαμηλή οστική πυκνότητα και η χορήγηση συμπληρωμάτων βιταμίνης Κ συνοδεύεται από βελτίωση των δεικτών οστικού μεταβολισμού.

Η μελέτη Nurses Health Study έδειξε ότι οι γυναίκες που παίρνουν τουλάχιστον 110 μg/ημ βιταμίνης Κ την ημέρα έχουν 30% λιγότερες πιθανότητες να έχουν ένα κάταγμα ισχίου, συγκριτικά με τις γυναίκες που παίρνουν λιγότερη (57).  Στην ίδια μελέτη, οι νοσηλεύτριες που έτρωγαν μια μερίδα πράσινων λαχανικών την ημέρα είχαν μείωση του κινδύνου κατάγματος του ισχίου κατά 50%, σε σύγκριση με εκείνες που κατανάλωναν μια μερίδα την εβδομάδα.Τα δεδομένα από τη μελέτη Framingham Heart Study δείχνουν επίσης τη σχέση μεταξύ της υψηλής πρόσληψης βιταμίνης Κ με το μειωμένο κίνδυνο κατάγματος του ισχίου σε άνδρες και γυναίκες και την αύξηση της οστικής πυκνότητας στις γυναίκες (58, 59).

Βιταμίνη Α. Η σχέση της βιταμίνης Α με την υγεία των οστών βρίσκεται από μακρού στο επίκεντρο επιστημονικής αντιπαράθεσης.Όπως έχει δείξει μια μελέτη στη Σουηδία, η αυξημένη πρόσληψη βιταμίνης Α που προέρχεται από ζωικές τροφές και διατροφικά συμπληρώματα συνοδεύεται από αυξημένο κίνδυνο κατάγματος στο ισχίο (60).Αντίθετα, τα καρωτινοειδή φυτικής προέλευσης, πολλά από τα οποία είναι πρόδρομες ουσίες της βιταμίνης Α βελτιώνουν την υγεία των οστών (61).

Εξήγηση για τα παραπάνω αντιφατικά ευρήματα είναι πιθανώς το ότι ο οργανισμός, όταν έχει επαρκή αποθέματα προβιταμίνης Α, ελέγχει τη βιομετατροπή τους σε δραστικές μορφές βιταμίνης Α και έτσι αποφεύγεται η αύξηση των επιπέδων της στο αίμα, κάτι που δε γίνεται όταν προσλαμβάνεται κατευθείαν η δραστική της μορφή.

Βιταμίνη C. Είναι συνένζυμο για την υδροξυλίωσης της λυσίνης και της προλίνης και επομένως είναι απαραίτητη για το σχηματισμό ινών κολλαγόνου που αποτελεί και το κύριο οργανικό υπόστρωμα του οστού.Σε επίπεδα φυσιολογικής πρόσληψης, έχει δειχθεί από μερικούς αλλά όχι όλους τους ερευνητές, ότι η βιταμίνη C σχετίζεται με την οστική πυκνότητα (52).

Κάλιο. Η αυξημένη διατροφική πρόσληψη καλίου αυξάνει την οστική πυκνότητα (62). Επιπλέον, η χορήγηση διατροφικών συμπληρωμάτων καλίου σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες εξουδετέρωσε τα ενδογενή οξέα, μείωσε την υπερασβεστιουρία και βελτίωσε τον οστικό ανασχηματισμό (63).

Φυτοοιστρογόνα. Μελέτες σε ωοθηκεκτομηθέντα πειραματόζωα έδειξαν ότι η χορήγηση φυτοοιστρογόνων μπορεί να αποτρέψει την οστική απώλεια, αλλά οι μελέτες σε ανθρώπους είναι ακόμα πολύ περιορισμένες (64)

Ψευδάργυρος(Zinc). Είναι πολύ σημαντικός για την ανάπτυξη των οστών στα παιδιά και επί πλέον έχει βρεθεί ότι επηρεάζει και την οστική πυκνότητα σε προεμμηνοπαυσιακές μεσήλικες γυναίκες.

Χαλκός(Copper). Η χορήγησή του υπό τη μορφή διατροφικού συμπληρώματος μειώνει τον ρυθμό της οστικής απώλειας στις περιεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

Φυτικές ίνες. Aύξηση της κατανάλωσης φυτικών ινών έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη αποβολή ασβεστίου με τα ούρα. Eπί δίαιτας πλούσιας σε φυτικές ίνες, πρέπει να αυξάνεται και το προσλαμβανόμενο ασβέστιο, για να έχουμε θετικό ισοζύγιο. Υπολογίζεται ότι 13 επιπλέον γρ. φυτικών ινών ημερησίως, αυξάνουν την ανάγκη σε ασβέστιο κατά 75 mg, πιθανά γιατί οι φυτικές ίνες μειώνουν την απορρόφησή του από το έντερο. Δεν είναι γνωστό αν  η χρόνια κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων φυτικών ινών προκαλεί προσαρμογή στον μεταβολισμό του ασβεστίου, αλλά οι υπερβολές καλό θα είναι να αποφεύγονται.

Βιταμίνες του συμπλέγματος Β και ομοκυστεΐνη. Η σχέση της υπερομοκυστιναιμίας με την οστεοπόρωση ενισχύθηκε από τα ευρήματα δύο ανεξάρτητων μελετών, οι οποίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων (65,66). Αν και η αιτιολογία της υπερομοκυστεϊναιμίας θεωρείται πολυπαραγοντική (γενετική, διατροφή και τρόπος ζωής), η έλλειψη μιας ή περισσότερων βιταμινών Β σίγουρα σίγουρα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο.Οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β εμπλέκονται στο μεταβολισμό και κάθαρση της ομοκυστεΐνης, και έτσι ασκούν πιθανότατα προστατευτική δράση απέναντι στον κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων.

Τι να θυμάστε από αυτό το κεφάλαιο:

  • Η διατροφή είναι ένας από του σημαντικότερους τροποποιούμενους παράγοντες για την υγεία των οστών και την πρόληψη οστεοπορωτικών καταγμάτων.
  • Το ασβέστιο και η βιταμίνη D είναι σημαντικοί διατροφικοί παράγοντες, καθώς και οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β.
  • Η βιταμίνη Α είναι καλό να προσλαμβάνεται από τα λαχανικά υπό τη μορφή προβιταμινών.
  • Ακόμα και σχετική έλλειψη των βιταμινών C, K και Ε επηρεάζουν αρνητικά τον οστικό μεταβολισμό.
  • Θα πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι, όπως δείχθηκε σε πρόσφατη μελέτη, η λήψη διφωσφονικών μειώνει τα επίπεδα της βιταμίνης Ε και του συνενζύμου Q (67).

Στον πίνακα 4 αναφέρονται συνοπτικά οι διατροφικοί παράγοντες με δυνητική επίδραση στην υγεία των οστών.

Πίνακας 4. Διατροφικοί παράγοντες με δυνητική επίδραση στην υγεία των οστών.

Ωφέλιμοι παράγοντες Επιβαρυντικοί παράγοντες
Ασβέστιο
Βιταμίνες συμπλέγματος Β
Βιταμίνη Κ Μεγάλη ποσότητα καφεΐνης
Βιταμίνη C
Βιταμίνη D Μεγάλη ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης
Βόριο Μεγάλη ποσότητα ω-6 PUFA
Κάλιο Μεγάλη ποσότητα ή ένδεια βιταμίνης Α
Μαγνήσιο
Φθόριο Μεγάλη ποσότητα φθορίου
Φρουκτάνες τύπου ινουλίνης
Φυσιολογκή πρόσληψη λευκωμάτων Μεγάλη ποσότητα ή ένδεια πρωτεϊνών
Φυτοοιστρογόνα
Φώσφορος Μεγάλη ποσότητα φώσφορου
Χαλκός
Ψευδάργυρος Μεγάλη ποσότητα νατρίου
ω-3 PUFA
Γκρελίνη (έμμεση σχέση πρόσληψης τροφής και επεπέδων αυτής στο αίμα) Χρόνια χαμηλής έντασης μεταβολική οξέωση

Και μερικές απλοποιημένες συμβουλές:

  1. Κατανάλωση ημερησίως 2 τουλάχιστον μερίδων γαλακτοκομικών με χαμηλά λιπαρά
  2. Λίγος ήλιος είναι απαραίτητος και δεν είναι καρκινογόνος
  3. Επαρκή αλλά όχι υπερβολική κατανάλωση πρωτεΐνης (κρέας-κοτόπουλο-ψάρι-τυρί)
  4. Περιορισμένη χρήση καφέ, αλατιού, αλκοόλ, τροφίμων με συντηρητικά και αναψυκτικών τύπου Cola.
  5. Καθημερινή κατανάλωση ικανής ποσότητας φρούτων και λαχανικών

… και βέβαια, όπως σε όλα, η πρόληψη είναι πολύ πιο αποτελεσματική από τη θεραπεία.

Βιβλιογραφία

  1. Holroyd C., Harvey N., Dennison E. et al. Epigenetic influences in the developmental origins of osteoporosis. Osteoporos Int. 2012, 23(2):401-10.
  2. Cumming RG. Calcium intake and bone mass: a quantitative review of the evidence. Calcified Tissues International 1990; 47: 194–201.
  3. Welten DC, Kemper HCGet al. Ameta-analysis of the effect of calcium intake on bone massin young and middle aged females and males. Journal ofNutrition 1995; 125: 2802–13.
  4. Cumming RG, Nevitt MC. Calcium for prevention of osteoporotic fractures in postmenopausal women. Journal of Bone and Mineral Research 1997; 12: 1321–9.
  5. Johnell O, Gullberg B, Kanis JA, et al. Risk factors for hip fracture in European women: the MEDOS Study. Mediterranean Osteoporosis Study. Journal of Bone and Mineral Research 1995; 10(11): 1802–15.
  6. Kanis J, Johnell O, Gullberg B, et al. Risk factors for hip fracture in men from southern Europe: the MEDOS study. Mediterranean Osteoporosis Study. Osteoporosis International
  7. 1999; 9(1): 45–54.
  8. Bischoff-Ferrari HA, Dawson-Hughes B, Baron JA, et al. Milk intake and risk of hip fracture in men and women: a meta-analysis of prospective cohort studies. J Bone Miner Res. 2011, 26(4):833-9.
  9. Cummings SR, Nevitt MC, Browner WS, et al. Risk factors for hip fracture in white women. Study of Osteoporotic Fractures Research Group. New England Journal of Medicine 1995; 332(12): 767–73.
  10. Nordin BEC, Marshall DH. Dietary requirements for calcium. In: Nordon BEC, ed.. Calcium in Human Biology. London: Springer-Verlag, 1988.
  11. Kim KM, Choi SH, Lim S, et al. Interactions between dietary calcium intake and bone mineral density or bone geometry in a low calcium intake population (KNHANES IV 2008-2010). J Clin Endocrinol Metab. 2014;99(7):2409-17.
  12. Prentice A. Is nutrition important in osteoporosis? Proceedings of the Nutrition Society 1997; 56: 357–67.
  13. Greer F.R., Krebs N.F. Optimizing bone health and calcium intakes of infants, children, and adolescents. Pediatrics,2006: 117, 578-585.
  14. Keller, J.L., Lanou, A., Barnard, N.D. The consumer cost of calcium from food and supplements. Journal of American Diet Assoc, 2002: 102, 1669-1671.
  15. Lopez-Gonzalez, A.A., Grases, F. et al. Phytate (myo-inositol hexaphosphate) and risk factors for osteoporosis. Journal of Medicinal Food, 2008: 11, 747-752.
  16. Manolagas, S.C., Parfitt, A.M. What old means to bone. Trends in Endocrinology & Metabolism, 2010: 21, 369-374.
  17. León J.B, Sullivan C.M et al. The Prevalence of Phosphorus Containing Food Additives in Top Selling Foods in Grocery Stores. J Ren Nutr. 2013; 23(4): 265–270
  18. Calvo M.S., Uribarri J. Public health impact of dietary phosphorus excess on bone and cardiovascular health in the general population. 2013, Am. J. Clin.Nutr. 98: 6–15
  19. Calvo, M.S., Park Y.K. Changing phosphorus content of the US diet: potential for adverse effects on bone. J. Nutr. 1996, 126(Suppl.): 1168s–1180s.
  20. Brot, C., Jorgensen Ν., Madsen Β.R, et al. Relationships between bone mineral density, serum vitamin D metabolites and Ca:Pi intake in healthy peri- menopausal women. J. Int. Med.1999,  245: 509–515.
  21. Kemi V.E., Karkkainen M.U.A., Hannu J., et al. Low calcium:phosphorus ratio in habitual diets affects serum parathyroid hormone concentration and calcium metabolism in healthy women with adequate calcium intake. Br. J. Nutr. 2010, 103: 561–568.
  22. McLean, R.R., Qiao Ν. , Broe K.E, et al. Dietary acid load is not associated with lower bone mineral density except in older men. J. Nutr. 2011, 141: 588–594.
  23. Wynn E., Lanham-New S.A., Krieg M.A., et al. 2008. Low estimates of dietary acid load are positively associated with bone ultrasound in women older than 75 years of age with a lifetime fracture. J. Nutr. 2008, 138: 1349–1354.
  24. Kristensen, M., Jensen M., Kudsk J., et al. Short-term effects on bone turnover of replacing milk with colas beverages: a 10-day interventional study in youngmen. OsteoporosInt. 2005, 16: 1803–1808.
  25. Tucker K.L., Morita K., Qiao N., et al. Colas, but notother carbonated beverages, are associated with low bonemineral density in older women: the Framingham OsteoporosisStudy. Am. J. Clin. Nutr.2006, 84: 936–942.
  26. Holick MF, Binkley NC, Bischoff-Ferrari HA et al. Endocrine Society. Evaluation, treatment, and prevention of vitamin D deficiency: an Endocrine Society clinical practice guideline. J Clin Endocrinol Metab. 2011;96 (7):1911-30
  27. Bouillon R, Van Schoor NM, Gielen E, et al. Optimal vitamin D status: a critical analysis on the basis of evidence-based medicine. J Clin Endocrinol Metab. 2013;98 (8):E1283-304
  28. Khaw KT, Sneyd MJ, Compston J. Bone density, parathyroid hormone and 25-hydroxyvitamin D. British Medical Journal 1992; 350: 263–7.
  29. Ooms ME, Roos JC, Bezemer PD, et al. Prevention of bone loss by vitamin D supplementation in elderly women: a randomised double blind trial. Journal of Clinical Endocrinology and Metabolism 1995; 80: 1052–8.
  30. Dawson-Hughes B, Harris SS, et al. Effect of calcium and vitamin D supplementation on bone density in men and women 65 years of age or older. New England Journal of Medicine 1997; 337: 670–6.
  31. Chapuy MC, Arlot ME, Delmas PD, Meunier PJ. Effect of calcium and cholecalciferol treatment for three years on hip fractures in elderly women. British Medical Journal 1994;
  32. 308: 1081–2.
  33. Snellman G.Byberg L.et al. Long-term dietary vitamin D intake and risk of fracture and osteoporosis: a longitudinal cohort study of Swedish middle-aged and elderly women. J Clin Endocrinol Metab. 2014; 99 (3):781-90
  34. Royal College of Physicians. Osteoporosis. Clinical Guidelines for Prevention and Treatment. London: Royal College of Physicians of London, 1999.
  35. Rude R.K, Singer F.R et al. Skeletal and hormonal effects of magnesium deficiency. J Am Coll Nutr 2009;28:131–41
  36. Tucker K.L. Osteoporosis prevention and nutrition. Curr Osteoporos Rep 2009;7:111-7
  37. Mutlu M, Argun M. et al. Magnesium, zinc and copper status in osteoporotic, osteopenic and normal post-menopausal women. J Int Med Res 2007;35:692-5
  38. Stendig-Lindberg G, Tepper R, Leichter I. Trabecular bone density in a two year controlled trial of oer oral magnesium in osteoporosis. Magnesium Research 1993; 6: 155–63
  39. Orchard T.S, Larson J.C, Alghothani N, et al. Magnesium intake, bone mineral density, and fractures: results from the Women’s Health Initiative Observational Study. Am J Clin Nutr. 2014;99(4):926-33
  40. Nordin BEC, Marshall DH. Dietary requirements for calcium. In: Nordon BEC, ed.. Calcium in Human Biology. London: Springer-Verlag, 1988.
  41. Dawson-Hughes B, Fowler SE et al. Sodium excretion influences calcium homeostasis in
  42. elderly men and women. Journal of Nutrition 1996; 126:2107–12.
  43. Evans CE, Chugtai AY et al. The effects of dietary sodium on calcium metabolism in premenopausal and postmenopausal women. European Journal of Clinical Nutrition 1997; 51: 394–9.
  44. Ginty F, Flynn A, Cashman KD. The effect of sodium intake on biochemical markers of bone metabolism in young women. British Journal of Nutrition 1998; 79:343–50.
  45. Abelow BJ, Holford TR, Insogna KL. Cross-cultural association between dietary animal protein and hip fracture: a hypothesis. Calcified Tissue International 1992; 50: 14–8.
  46. Hannan MT, Tucker KL et al. Effect of dietary protein on bone loss in elderly men and women: the Framingham Osteoporosis Study. Journal of Bone and Mineral Research 2000; 15(12):2504–12.
  47. Sellmeyer DE, Stone KL et al. For the Study of Osteoporotic Fractures Research Group. A high ratio of dietary animal to vegetable protein increases the rate of bone loss and the risk of fracture in postmenopausal women. American Journal of Clinical Nutrition 2001;73(1): 118–22.
  48. National Osteoporosis Guideline Group.  Osteoporosis, Clinical guideline for prevention and treatment. Executive Summary Updated March 2014
  49. Hallstrom H, Wolk A, Glynn A, Michaelsson K. Coffee, tea and caffeine consumption in relation to osteoporotic fracture risk in a cohort of Swedish women. Osteoporos Int 2006;17:1055-64
  50. Hallstrom H, Melhus H. et al. Coffee consumption and CYP1A2 genotype in relation to bone mineral density of the proximal femur in elderly men and women: a cohort study. Nutr Metab (Lond) 2010;7:12
  51. Lloyd T, Johnson-Rollings N. et al. Bone status among postmenopausal women with different habitual caffeine intakes: a longitudinal investigation. J Am Coll Nutr 2000;19:256-61
  52. Eun-Joo Choi, Kyae-Hyung Kim et al. Coffee Consumption and Bone Mineral
  53. Density in Korean Premenopausal Women. Korean J Fam Med. 2014;35:11-18
  54. Pin-Zhen Lu, Ching-Yu Lai et al. Caffeine Induces Cell Death via Activation of Apoptotic Signal and Inactivation of Survival Signal in Human Osteoblasts. Int. J. Mol. Sci. 2008, 9, 698-718.
  55. Harris SS, Dawson-Hughes B. Caffeine and bone loss in healthy postmenopausal women. Am J Clin Nutr 1994;60:573–8.
  56. Department of Health. Nutrition and Bone Health: With Particular Reference to Calcium and Vitamin D. Report of the Subgroup on Bone Health, Working Group on the Nutritional Status of the Population of the Committee on Medical Aspects of Food and Nutrition Policy. Report on Health and Social Subjects. Number 49. London: The Stationery Office, 1998.
  57. Laitinen K., Tahtela R. et al. Mechanisms of hypocalcemia and markers of bone turnover in alcohol-intoxicated drinkers. Bone and Mineral, 1994,24:171–179.
  58. Klein R.F.; Fausti K.A. et al. Ethanol inhibits human osteoblastic cell proliferation. Alcoholism: Clinical and ExperimentalResearch, 1996, 20:572–578.
  59. Nielsen FH, Hunt CD et al. Effect of dietary boron on mineral,estrogen, and testosterone metabolism in postmenopausal women. FASEB J,1987, 1:394-397
  60. Kajarabille N, Díaz-Castro J, Hijano S,1,2 et al. A New Insight to Bone Turnover: Role of ω-3 Polyunsaturated Fatty Acids. The ScientificWorld Journal 2013, Article ID 589641, 16 pages
  61. Feskanich D, Weber P, et al. Vitamin K intake and hip fractures in women: a prospective study. Am J Clin Nutr.1999; 69:74–79.
  62. Booth SL, Tucker KL, Chen H, et al. Dietary vitamin K intakes are associated with hip fracture but not with bone mineral density in elderly men and women. Am J Clin Nutr. 2000; 71:1201–08.
  63. Booth SL, Broe KE, Gagnon DR, et al. Vitamin K intake and bone mineral density in women and men. Am J Clin Nutr. 2003; 77(2):512-16.
  64. Melhus H, Michaelsson K, Kindmark A, et al. Excessive dietary intake of vitamin A is associated with reduced bone mineral density and increased risk for hip fracture. Annals of Internal Medicine 1998; 129: 770–8.
  65. Tanumihardjo SA. Vitamin A and bone health: the balancing act. J Clin Densitom. 2013, 16 (4):414-9
  66. New SA, Robins SP, Campbell MK, et al. Dietary influences on bone mass and bone metabolism: further evidence of a positive link between fruit and vegetable intake and bone health? American Journal of Clinical Nutrition 2000; 71:142–51.
  67. Sebastian A, Harris ST, Ottaway JH et al. Improved mineral balance and skeletal metabolism in postmenopausal women treated with potassium bicarbonate. New England Journal of Medicine 1994; 330: 1776–81.
  68. Ho SC, Chan SG, Yi Q et al. Soy intake and the maintenance of peak bone mass in Hong Kong Chinese women. Journal of Bone and Mineral Research 2001; 16:1363–9.
  69. Van Meurs JB, Dhonukshe-Rutten RA et al. Homocysteine levels and the risk of osteoporotic fracture. N Engl J Med. 2004;350;2033-2041.
  70. McLean RP, Jacques PF, Selhub J, et al. Homocysteine as a predictive factor for hip fracture in older persons. N Engl J Med. 2004;350;2042-2049.
  71. Kalyan S, Huebbe P et al. Nitrogen-bisphosphonate therapy is linked to compromised coenzyme Q10 and vitamin E status in postmenopausal women. J Clin Endocrinol Metab. 2014;99(4):1307-13.

Created: February 25, 2015
Last update: February 25, 2015

Login

Lost your password?